Design a site like this with WordPress.com
Get started

The Notwist – Vertigo Days

The Notwist: Vertigo Days Album Review | Pitchfork

Μιας και ζούμε σε παράξενες μέρες έρχονται να μας ενισχύσουν την άποψη αυτή οι Notwist με το Vertigo Days!! Πολυαναμενόμενος ο δίσκος των Βαυαρών (τουλάχιστον για μένα…) που μετά από 7 χρόνια απουσίας στη δισκογραφία είχαμε διψάσει για νέο υλικό τους, αφού μας είχαν γλυκάνει στο ενδιάμεσο με ένα εξαιρετικό live album το “Superheroes, Ghostvillains&Stuff’’.

Τα μέλη της μπάντας αφού για ένα διάστημα ασχολήθηκαν με άλλα side-projects γυρνάνε ανανεωμένοι με νέο «μπλιμπλικά» στην παρέα τους, τον Cico Beck του οποίου η παρουσία έχει ενισχύσει ακόμα περισσότερο τα ηλεκτρονικά στο δίσκο.

Neues Album „Vertigo Days“: The Notwist liefern Songs für eine wackelnde  Welt | Südwest Presse Online

Ο δίσκος αρχίζει με το Al Norte, κομμάτι intro που δημιουργεί σύγχυση για αυτό που θα ακολουθήσει… κι αυτό θα είναι το βαθιά συγκινητικό “into love” που θα καθαρίσει το τοπίο με γνώριμο στυλ από τη μπάντα… ενώ στη μέση του κομματιού ξεπηδά κλιμακωτά το “stars” με synth και drum machine για να σε απομακρύνει από τη dreamy διάθεση και να σε βάλει σε πιο σκοτεινά μέρη. Ξεκινήσαμε…


“Exit strategy to myself” και βρίσκεσαι στο περιβάλλον του σήμερα, της βαθιάς απομόνωσης και δημιουργεί έναν εσωτερικό διάλογο σαν εγχειρίδιο επιβίωσης και υπενθύμισης ότι ακόμα είσαι άνθρωπος… Δε γίνεται να μη σταθείς στο “Ship” και τη χαρακτηριστική pop ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή της Saya μέλος του Ιαπωνικό duo Tenniscoats και ύστερα στο όμορφο “Loose ends” που σε φέρνει σε πιο 90’s indie ατμόσφαιρες. 

“Into the ice age” … δεν το χορταίνω και δε μπορώ να περιγράψω πόσα πολλά στοιχεία ανακατεύονται άψογα σε αυτό, με τη συμμετοχή της σαξοφωνίστριας Angel Bat Dawid σε μία μίξη post rock με jazz στοιχεία σα να παντρεύτηκαν οι Bark Psychosis με τον ήχο του Mark Hollis σε ένα ταξίδι που σε στέλνει κατευθείαν σε downtempo διάθεση και το Oh sweet fire με τη φωνή του Ben LaMar Gay και τους υπέροχους στίχους

“Deep in the action, No, never just words
The block’s on alert. As red as the eyes that are glaring

I march with my love. Yeah, we chant and we roar
The sound of drums reflecting off buildings
As high as the fist that has risen…”

Τι έχει κι άλλο;;; Ρε αλήθεια δεν κουράζομαι… Ο ήχος κυλάει πάνω στο μαξιλάρι του καναπέ μου και χαϊδεύει το αυτί όταν ακουμπάω το κεφάλι μου σε αυτό… Aκολουθούν “Night’s too dark”… “Stars”… και λες πόσο εύκολα δημιουργούν ονειρικές ατμόσφαιρες, και άλλο τόσο εύκολα θυμάσαι τους φίλους γύρω από τη λίμνη… Σίγουρα αν ήμασταν μαζεμένοι τώρα θα είχαμε κοκκινίσει από τη συζήτηση και τις διαφωνίες πάνω στο δίσκο και τις μουσικές, αλλά ίσως και από το τσίπουρο λιγάκι… Κι εκεί θα σηκωνόμασταν να χορέψουμε στους electronica ρυθμούς του “Al Sur” με τη φωνή της Juana Molina.

Τι τελείωσε; Όχι ένα τελευταίο για επίλογο και για ένα ακόμα τσούγκρισμα… Το “Into love again” με τη συνοδεία της Ιαπωνικής brass μπάντας Zayaendo κάνει επίλογο με τρόπο νοσταλγικό, φωτεινό και με αγνή διάθεση σα να εμφανίστηκαν οι Sigur Ros με παιδικά όργανα να δίνουν παράσταση για μικρά παιδιά σε ένα χωριό της Ισλανδίας…  Έτσι, για “καληνύχτα” με τον Άτριχο, τον ποιητή Χαρέτη, τον PhotoLuben και τον Γιαούρτι με μέλη…

Αμάν ρε φίλε! Εσύ και τα ευαίσθητά σου!
Ε μα ναι ρε παιδιά έχετε δίκιο αλλά χωρίς αυτά πως θα ανοίξεις να υποδεχτείς το νέο υλικό και να το ακούσεις με την ψυχούλα σου; Η μουσική θέλει τη μοναξιά αλλά θέλει και να τη συντροφεύεις με πρόσωπα και στιγμές, όπως την παρέα του Αγίου να σχολιάζει και να σηκώνει το ποτήρι που και που!

Εν κατακλείδι ο δίσκος είναι ένα πολύ ωραίο και ολοκληρωμένο άκουσμα με τον Markus Acher να συνεχίζει να έχει αυτή την γλυκύτητα και τη μελωδικότητα στη φωνή του που πλαισιώνει καταπληκτικά τα κομμάτια και τον Cico Beck να ανανεώνει πολύ τον ήχο της μπάντας με τα ηλεκτρονικά του. Οι Notwist για μένα συνεχίζουν να ενώνουν πανέμορφα τα διαφορετικά στοιχεία που βρίσκουν στο δρόμο τους και φτιάχνουν ένα συμπαγές υλικό το οποίο μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά αυτή είναι η μαεστρία… το κάνουν να φαίνεται εύκολο χωρίς να είναι!!! Καλή ακρόαση λοιπόν!!!

Vertigo Days | The Notwist

Μουσικός Τσιπουρομεζές #15 – (Untitled) Black is / Rise by SAULT

Πριν μερικά χρόνια λάμβανα διάφορες μουσικές στον τοίχο μου στο φέισμπουκ ή σε μηνύματα από τον dj soul doctor ή αλλιώς Salvador Svanoff. Σχεδόν όλα τα τραγούδια ήταν αυτό που αποκαλούσε “μαύρη” μουσική, τζαζ, φανκ, σόουλ ακόμα και λίγο ελαφρύ χιπ χοπ ή και ηλεκτρονική, αρκεί να είχε αυτό το φίλινγκ της γκρούβας, την μπλου νότα. Του άρεσε η ντίσκο αλλά όχι η free jazz ή οποιαδήποτε jazz μετά το 1950, μας έβαζε να ακούμε δυνατά και επί ώρες σουινγκ και τζαζ της Νέας Ορλεάνης, αλλά ποτέ φρι τζαζ, παρότι με πήρε κάποτε με το ζόρι να πάμε να δούμε ζωντανό τον Άρτσι Σεπ στο Χαφ Νόουτ.

Θα τον μνημονεύω για πάντα γιατί μου έμαθε να ψάχνω συνεχώς και να ακούω νέα μουσική, παρότι κολλημένος και αυτός, όπως και εγώ άλλωστε, στις δικές του μονομανίες. Όταν μερικά χρόνια πριν αναγνώρισα δύο σόουλ τραγούδια από σαμπλ σε χιπ χοπ κομμάτια ενώ οδηγούσα (το ένα ήταν το I forgot to love you του William Bell που εμφανίζεται στο Worst comes to worst των Dilated People), τον θυμήθηκα. Αλλά δεν μπορούσα να του το πω. Έγραψα ένα κείμενο που κάπου χάθηκε. Και προχθές αγόρασα έναν δίσκο από το Bandcamp, που συνειδητοποίησα ότι αν ζούσε θα μου τον είχε στείλει πρώτος και θα μου έγραφε απλά “άκου” ή θα έγραφε στον τοίχο του “η ανακάλυψη της μέρας”.

Ο δίσκος αυτός είναι το (Untitled) Black is των Sault.

Δεν έχω να πω πολλά για τον δίσκο. Δεν μπορώ όχι δεν θέλω. Πιστεύω ότι είναι από εκείνα τα έργα τέχνης που πρέπει να ακούσεις, να τα αισθανθείς, μόνος πρώτα και μετά να τα μοιραστείς με όλους. Αυτό έκανα. Τον μοιράστηκα με πάθος και φόβο, φόβο ότι μόνο εγώ ακούω αυτό που λένε οι Sault. Δεν ήμουν μόνος όμως. Ξεκινάει με τον στίχο/ηχογράφηση “The revolution has come (Out the lies) / Still won’t put down the gun (Out the lies)” να επαναλαμβάνεται για σχεδόν δύο λεπτά μέχρι να μας εξηγήσει τι είναι το μαύρο. Να εξηγήσω κάτι πριν συνεχίσω. Οι Sault είναι Βρετανοί δεν είναι Αμερικάνοι. Έγραψαν αυτά τα τραγούδια σαν φόρο τιμής στο κίνημα των μαύρων των ΗΠΑ αλλά κλείνουν το μάτι και στο δικό τους νησί. Συνεχίζουν με το Stop Dem και το Hard Life δύο από τα ομορφότερα κομμάτια που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Και ενώ το πρώτο είναι δυνατό, οργισμένο, έτοιμο για δράση το δεύτερο γίνεται πιο μελωδικό, πιο περιγραφικό, μιας κατάστασης που αφορά περισσότερους ανθρώπους από όσους έχουν απλά μαύρο δέρμα. Με αυτό το δίπολο συνεχίζεται σχεδόν όλος ο δίσκος. Οι Sault είναι μάστορες της ηλεκτρονικής μουσικής (ακούστε το περσινό 5) και αυτό που κάνανε με το Untitled Black Is μπορώ μόνο να το σκεφτώ σαν εξέλιξη της στρατευμένης τέχνης. Είναι τόσο πολιτικά φορτωμένο με λόγια πρωτότυπα ή ιστορικές φράσεις του κινήματος διακαιωμάτων όσο είναι η μουσική μια μοντέρνα περίληψη της ιστορίας τηε μαύρης μουσικής σε όλο τον κόσμο.

Μερικούς μήνες μετά το Untitled (Black Is) οι άγνωστοι ακόμα Sault κυκλοφόρησαν (έπρεπε να το περιμένουμε φυσικά) την φυσική συνέχεια του, το Untitled (Rise). Μετά τις εξηγήσεις, μετά τον καθορισμό της ταυτότητας του (Μαύρο είναι) οι Sault κάνουν τον επόμενο βήμα, φυσικό όσο και το περπατάς σε πεζοδρόμιο του Μπρούκλιν, και καλούν σε ξεσηκωμό (Rise). Η παρότρυνση ή μάλλον το κάλεσμα στο αναπόφευκτο ακούγεται από το πρώτο κιόλας τραγούδι (Strong):

We’re moving forward tonight
Gotta fight, gotta fight

Και συνεχίζουν αμείλικτοι και με τους στίχους / λόγια και με την μουσική που σε αυτό τον δίσκο πλησιάζει πολύ μα πάρα πολύ στην γενέτειρα όλων των ζωών του ανθρώπου, την Αφρική. Και έτσι έρχεται να δείξει ότι πρώτα black lives matter και μετά all lives matter, αφού η λύτρωση, η απελευθέρωση του ανθρώπου θε έρθει από τους καταπιεσμένους και όχι από τους καλοταισμένους (λευκούς ευρωπαίους).

Good morning
Rise and shine
It’s time to get up sleepy head
It’s time to face a new morning
The sun’s shining just for you
Rise, baby, rise
Keep your eyes clear
Keep your heart open today
As you navigate your world
It’s time to rise

Μετά το πρώτο Rise το αγαπημένο μου κατά κάποιο τρόπο I just wanna dance, το οποίο δένει τον χορό με τον θυμό, παροτρύνει ξανά σε ξεσηκωμό (Rise again), χάνει κάπου την χορευτική μουσική μέσα σε πιο σκοτεινά ηλεκτρονικά μονοπάτια για να αναδυθεί ξανά και η αισιοδοξία της εξέγερσης να πάρει το πάνω χέρι.

Η επαναστατική / εξεγερσιακή διάθεση του δίσκου συνεχίζεται μέχρι το τέλος με επαναλαμβανόμενα και εναλλασόμενα μοτίβα – στο Street fighter (Sister, put up your fist and stand up / And scream out until they hear us), στο Rise intently και στο The Beginning and the end (It’s time to go to war) η ανάγκη για απάντηση, αντίσταση, πόλεμο είναι επιτακτική και θα πραγματοποιηθεί, στο Son shine υπάρχει η αισιοδοξία ότι η αγάπη θα νικήσει. Και η μαγεία του δίσκου συνεχίζεται με τα You know I ain’t & Uncomfortable, στο πρώτο βάζοντας στην θέση τους τους λευκούς μη-ρατσιστές που έχουν μόνο μαύρους φίλους και στο δεύτερο απαντά στην ανησυχία του κατεστημένου για την εξέγερση που έρχεται (Maybe you’re uncomfortable with the fact we’re waking up).

Τι μας γράφεις ρε Άτριχε τώρα, τραγούδι τραγούδι, περιγραφή του τι λένε; -θα πείτε. Σωστά, οι δύο τελευταίοι δίσκοι των Sault δεν χρειάζονται καμία εισαγωγή, χρειάζονται ακροάσεις, με τέρμα την ένταση, κατά προτίμηση σε διαδήλωση στους δρόμους, χρειάζονται χώρο και σκοπό, εγώ όποτε τους ακούω στα ακουστικά μου, σταματάω να δουλεύω, σηκώνομαι και αρχίζω να περπατάω ανήσυχος και με την προσδοκία ότι κάτι έρχεται, κάτι ασταμάτητο. Στο Little Boy, που κλείνει τον δίσκο, και είναι το πιο γλυκό τραγουδάκι που έγραψαν οι Sault για αυτό τους το πρότζεκτ, κάποιος μεγάλος μιλάει σε ένα μικρό αγόρι για τους “αντρες με τα μπλε”: Μικρό Αγόρι, όταν μεγαλώσεις / και ψάχνεις για απαντήσεις / θα σου μιλησω για τους άντρες με τα μπλε”. Τελικά, για να κλείσω τον κύκλο των σκέψεων μου, μπορεί ο Σωτήρης να έλειπε από τον πρώτο μου ενθουσιασμό για τα Untitled αλλά δεν πήγα πολύ μακριά για να βρω συν-ακροατές. Ξέρω ότι μια μέρα (όταν φτιαχτεί επιτέλους το πικάπ) θα βάλουμε το βινύλιο του Black Is να παίζει και θα καθήσουμε στον καναπέ με ένα χαμόγελο στα πρόσωπα.

Μουσικός τσιπουρομεζές #14 _ Who sent you? by Irreversible Entanglements

Στο καλύτερο άρθρο του Αγίου για το 2020, Μη Αντιστρεπτός Εναγκαλισμός τελειώναμε έτσι:

Οι Irreversible Entanglements είναι ένα όχημα μουσικό και πολιτικό, οι μουσικοί που απαρτίζουν την μπάντα δημιουργούν ήχους σχεδόν πρωτόγνωρους, όμως είναι αυτός ο μη αντιστρεπτός εναγκαλισμός με την πολιτική (όσο δεν πάει!) ποίηση της Moor Mother που κάνει το όλο εγχείρημα αδιανόητα υπέροχο στα αυτιά μου! Ο δίσκος όχι μόνο έχει συνθέσεις και δεν είναι αυτοσχεδιασμός, όχι μόνο αυτά που παίζουν οι μουσικοί και απαγγέλει η ποιήτρια δεν είναι τυχαία αλλά βάζει υποψηφιότητα για καλύτερος δίσκος της χρονιάς παρότι “δεν ακούγεται” από την πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτό που κάνουν οι Irreversible Entanglements μοιάζει να να έχει το ένα του πόδι στις free jazz ονειρώξεις του Archie Shepp της δεκαετίας του 1970 αλλά με το άλλο πόδι πατάει γερά στο μέλλον. Άσχετα αν μπορεί η κολεκτίβα της Moor Mother να καταφέρει τον στόχο της να συνδέσει την πραγματικότητα με την αφροκεντρική αντίληψη και την κβαντομηχανική, το Who sent you? θα το ακούμε στο μέλλον, όχι σαν jazz standard, αλλά σαν δισκάρα που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την εποχή που βγήκε. Καλή ακρόαση.

Δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε, παρά ακούστε πολύ μουσική και το 2021!

Μουσικός τσιπουρομεζές #8 _ Coriky by Coriky

Υπάρχει μια αιώνια διαμάχη από το τότε που γεννήθηκε το ροκ εν ρολ και ξεπήδησαν όλα αυτά τα μουσικά είδη και ήχοι. Πώς μπορείς να δημιουργήσεις κάτι πρωτότυπο κάτι που να μην έχει ξαναακουστεί ποτέ; Μουσικού και ακροατές βρίσκονται μονίμως πελαγωμένοι σε αυτή την αναζήτηση του καινούριου, του ανόθευτου, του αγνού. Αλλά δεν υπάρχει αγνό στην εποχή μας. Όλα πηγάζουν από κάτι, όλοι έχουν επιρροές πόσο μάλλον μουσικοί που ήταν για χρόνια στην ίδια υπερμπάντα. Οι Coriky δεν είναι οι Fugazi. Ας ξεκαθαρίσουμε πωτα αυτό. Μπορεί να μας τους φέρνουν στο νου (αλήθεια μήπως αυτ’ό συμβαίνει γιατί ξέρουμε εκ των προτέρων ότι είναι κατά τα 2/3;), μπορεί να ακούγονται και λίγο επηρεασμένοι από αυτούς (!) αλλά δεν είναι. Οι Coriky είναι ένα γαμάτο πανκ συγκρότημα από την Ουάσινγκτον, Ντι Σι, με τρία μέλη, μπάσο κιθάρα, τύμπανα, που ξεκίνησαν να παίζουν μαζί το 2015 και κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους τον Ιούνιο του 2020. Είναι πάνκ; Ναι! Είναι απλό ανόθευτο πανκ της παλιά καλής εποχής; Όχι! Ταιριάζουν τόσο πολύ οι τρεις τους (Ian MacKaye, Amy Farina, και Joe Lally) τόσο συνθετικά όσο και όταν παίζουν τα κομμάτια που -ναι!- ο δίσκος μοιάζει να έχει την εμπειριά των Fugazi και τον The Evens μαζί. Τα κομμάτια δεν είναι αρχετυπικά πανκ, αλλά είναι όλα ένα και ένα με αποτέλεσμα ο δίσκος να μην ξχωρίζει για την κομματάρα του αλλά γιατί είναι όλα κομματάρες! Clean kill, Hard to explain, Say yes, το Too many husbands που τραγουδάει η Amy, Last thing (με το υπέροχο ρεφραίν όπου τραγουδάνε όλοι μαζί), το Inauguration Day που πλησιάζει περισσοτερο σε αυτό που λέμε “πω πω ρε φίλε μια κομματάρα!”, αντιμετωπίστε αυτό τον δίσκο σαν δίσκο. Στην εποχή της χαμένης τέχνης του δίσκου, όταν μας προτείνουν θραύσματα μουσικής, ή σινγκλ των 3 λεπτών, ή προτεινόμενα κομμάτια από το ιντερνετικό μας ίχνος (που καμία σχέση δεν έχει με το ανθρώπινο μας), οι Coriky, τρεις γερόλυκοι/λύκαινες του αμερικάνικου πανκ δημιουργούν έναν Δίσκο που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς ανάσα, και ξανά μόλις τελειώνει, από την αρχή. Ακούστε το δυνατά.

ΥΓ: Μία προσωπική ιστορία: Τους Fugazi τους γνώρισα κάπως κουλά και ενώ άκουγα για αυτούς ή διάβαζα στα διάφορα περιοδικά. Κάποια στιγμή που έψαχνα κάποιον δίσκο στο Soulseek (!!) βρήκα έναν φάκελο χρήστη που ονομαζόταν underrated mastepieces. Μέσα βρήκα το 13 Songs των Fugazi και από τότε έγινα και εγώ φανατικός.

Μουσικός τσιπουρομεζές #7 _ Flower Violence by BLÓM

Ήθελα να συνεχίσω το σερί των δίσκων τζαζ αλλά μετά θυμήθηκα ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με τζαζ, κλασική, πιανιστική μουσική. Χρειάζεται και γκάζια (όπως λέμε ακόμα εμείς οι γέροι) και τι καλύτερο για ένα χεντμπάνγκινγκ, ένα μόσσινγκ από τους Blom και το Flower violence. Όταν πρωτοάκουσα το άλμπουμ που κυκλοφόρησε πρωτομαγιά θυμήθηκα τους σκοτσέζους Prolapse και τους Urusei Yatsura, που είχαμε ανακαλύψει κάποτε στα Γιάννενα. Το ντεμπούτο των Blom δεν αστειεύετεται και αυτο φαίνεται ακόμα και από το εξώφυλλο που σχεδόν κυριολεκτεί με τον τίτλο. Από το 1ο ως το τελευταίο λεπτό του δίσκου είσαι στα κάγκελα και δεν μπορείς να πάρεις ανάσα. Αλλά η μουσική είναι μισή χωρίς τους στίχους που καταπιάνονται με θέματα όπως το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντόστο (“Ubermensch”), queerness και φύλο, φεμινισμό, ψυχική υγεία, κοινωνικόοικονομικά θέματα, Χριστιανισμό ακόμα και με το Twin Peaks! Εντάξει θέλει πολλά ακούσματα ο δίσκος για τον καταλάβεις αλλά μόνο αν τον βάλεις στο τέρμα, με ανοιχτά παράθυρα να ακούνε και οι γείτονες και να ματώνουν τα αυτιά τους, από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, μπορείς να αισθανθεις την δύναμη του.

Μουσικός τσιπουρομεζές #6 _ The Source by Nubya Garcia

Υπάρχουν μερικοί δίσκοι που αρπάζουν από τα μούτρα από το πρώτο κιόλας λεπτό, από την πρώτη νότα που ακούγεται μόλις αφήσεις την βελόνα στο βινύλιο (ναι είναι ο μοναδικός δίσκος που αγόρασα το 2020). Το The Source ξεκινάει με την υπερκομματάρα που ακούει στο όνομα Pace (όνομα και πράγμα) και το τενόρο σαξόφωνο της Garcia βγάζει χέρια και σε πιάνει από την μπλούζα να σε τραβήξει μέσα στον ήχο του. Ο δίσκος είναι τζαζ είναι ότι θέλει η μπάντα κάθε στιγμή, ξεκινάει σαν να βρίσκεται στην 52η οδό του Μανχάταν την δεκαετία του 50, αλλά οι όποιες τζαζ ομοιότητες χάνονται όσο κυλάει η βελόνα στον δίσκο. Το απίστευτο The Source διαπερνά την τζαζ παράδοση και τον συνδυασμό της με την dub reggae, και συνεχίζει να προσθέτει νέους τρόπους ανακατέματος της μουσικής. Μέχρι να τελιώσει το 12λεπτο και τρίτο κομμάτι του δίσκου, έχεις ήδη ανακηρύξει την Nubya Garcia σε ιέρεια της τζαζ σκηνής του Λονδίνου και τον δίσκο της σε ότι καλύτερο έχεις ακούσει το 2020! Αλλά έχει συνέχεια! Η μπάντα συνεχίζει την εξερεύνηση μουσικών από το παρελθόν της Garcia (μάνα από την Guyana πατέρας από Τρινιντάντ), το παρόν και το μέλλον. Από τζαζ μπαλάντες (“Together is A beautiful place”) σε αίθιο-τζαζ (“Inner Game”), σε cumbia (“La cumbia me esta llamada”), η Garcia και η μπάντα της είναι α-σ-τ-α-μ-ά-τ-η-τ-ε-ς! Και μπορεί η σαξοφωνίστρια να μην είναι ακριβώς καινούρια στον χώρο, έχοντας συμμετάσχει σε 5 κομμάτια στην συλλογή του Giles Peterson, “We Out Here”, έχοντας παίξει σαξόφωνο στο Universal Beings (Makaya McCraven) και στο Your Queen is a Reptile (Shabaka Hutchings & The Ancenstors) μεταξύ άλλων, αλλά αυτό εδώ το διαμαντάκι είναι το ντεμπούτο της! Μπορεί φέτος να άκουσα και να αγάπησα πολλές μουσικές, να χάρηκα με πολλές ιστορίες μουσικών, αλλά δεν έχω χορέψει, κλάψει, γελάσει, φωνάξει, βάλει πιο δυνατά άλλον δίσκο.

Μουσικός τσιπουρομεζές #5 _ Suite for Max Brown by Jeff Parker

Υπάρχει μία διαμάχη στην συντροφιά Άγιο Τσιπουράκι που έχει να κάνει με την τζαζ. Αυτό οφείλεται κατά τη γνώμη μου και στο γεγονός ότι ξεκινήσαμε ένα κρύο βράδυ από τα Γιάννενα ακούγοντας και ανταλλάσοντας απόψεις για το ποστ ροκ αλλά από τότε έχουν περάσει καμιά 20αριά χρόνια, το ποστ ροκ έχει εν τω μεταξύ δολοφονηθεί από τους ίδιους τους γονείς του, και εμείς, φορτικοί ζητιάνοι καλής μουσικής (για να παραφράσω και τον Galeano) ανοίγουμε συνεχώς τους μουσικούς μας ορίζοντες. Δεν θα σας πω ψέματα -ούτε ο πατέρας μου ή η μάνα μου άκουγαν τζαζ, ούτε ξεκίνησα να ακούω Μπερντ και Ντιζ από τα μικράτα μου. Κάποιος από μηχανής θεός με πήρε από το χεράκι, με κάθησε στον καναπέ μπροστά από τα ηχεία και μου έβαλε να ακούσω Μάιλς (αρχικά). Δε ρεστ ιζ χίστορι. Έτσι μπορώ να διακρίνω τις τζαζ επηροές στους δίσκους των Tortoise π.χ. αλλά δεν έχω αρκετή πείρα για να διακρίνω την καλή κιθαριστική τζαζ. Είμαι ερασιτέχνης μουσικόφιλος και αυτό φαίνεται με γυμνό μάτι, έτσι ακολουθώ μερικούς δικούς μου κανόνες βαθμολόγησης της μουσικής. Αν μου αρέσει καταρχάς όταν ακούω. Δυναμώνω τον ήχο όταν μπαίνει το Fusion Swirl; Βγάζω καμιά κραυγή όταν ακούω την κιθάρα στο Build a nest; Κουνιέμαι ρυθμικά στο Gnarciss; Και κάνω με την φωνή μου το σύνθι, την τρομπέτα, την κιθάρα στο ίδιο; Σηκώνομαι να χορέψω στο Go away; Τέτοιες ερωτήσεις βασανίζουν το μυαλό μου κάθε φορά που ακούω έναν δίσκο και συγκεκρίμενα το Suite for Max Brown. Για το συγκεκριμένο τα είπα ήδη τον Νοέμβρη. Τζαζ λέμε συνέχεια αλλά ο Jeff Parker δεν είναι απλά τζαζ. Είναι φανκ, σόουλ, χιπ χοπ, παιδικά τραγούδια, ποστ ροκ, νταμπ είναι πολλά και αυτό αποτυπώνεται στον δίσκο του χωρίς να σπαέι την συνοχή των ιδεών του. Γι’ αυτό πάλι ο δίσκος τους, η τόσο ιδιαίτερη τζαζ του, είναι πάλι ο τζαζ δίσκος της χρονιάς για εμάς τους αδαείς, τους ερασιτέχνες. Και όποιος διαφωνεί με αυτό ας παίξει το πρώτο ακόρντο.

Μουσικός Τσιπουρομεζές #2 _ Find the Sun by Deradoorian

Στην αέναη αναζήτηση μου για μουσική που να γιατρεύει τις πληγές και/ή να θέτει σε κίνηση το κορμί μου έπεσα νωρίς το 2020 στην ανακοίνωση του δεύτερου δίσκου της Angel Doradoorian, Find the Sun. Το πρώτο κομμάτι που άκουσα ήταν το (μάλλον και σινγκλ) Saturnine Night και πριν ακόμα εγγραφεί η μουσική του στον μυαλό μου και στον σκληρό μου δίσκο το μοιράστηκα με την συντροφιά του Αγίου με την λεζάντα “ακούστε κομματάρα!” Οι αντιδράσεις βέβαια ήταν ντεκαβλέ για τα δεδομένα του ενθουσιασμού μου και έτσι περίμενα την κυκλοφορία ολόκληρου του δίσκου μόνος μου. Παλιά μόλις μάθαινα από το ραδιόφωνο ή τα περιοδικά ότι έχει κυκλοφορήσει ένας δίσκος έτρεχα στο Μετρόπολις της Πανεπιστημίου με το χαρτζηλίκι μου και τον αγόραζα. Τώρα μία ειδοποίηση στο κινητό με ενημέρωσε ότι μπορώ να έχω τον δίσκο. Έστω και έτσι η Deradoorian δεν απογοήτευσε. Πέρα απ’ο το εκπληκτικό Saturnine Night, που είναι πιο κρύο και από τον θάνατο (όπως έλεγαν και κάποιοι παλιοί έλληνες πάνκιδες), όλος ο δίσκος είναι σκοτεινός και ενδοσκοπικός, με την μουσική να κινείται γύρω από την κιθάρα του Dave Harrington και τα αλά κράουτ ροκ τύμπανα του Samer Ghadry, οι οποίοι κλήθηκαν από την Angel να αυτοσχεδιάσουν πάνω στις ήδη υπάρχουσες συνθέσεις της. Και το κάνουν άψογα αν και κάπως μινιμαλίστικα, συντροφεύοντας ιδανικά την φωνή και τα λόγια της Dearadoorian. To Find the Sun θα ανήκε στην κατηγορία των δίσκων που ταιριάζει με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που βιώνουμε και το καταφέρνει πολύ καλά αυτό αλλά δημιουργήκε ως μια εξερεύνηση του εαυτού για άλλους λόγους. Εξηγεί η Deradoorian για το Saturnine Night: “What have the artists said about the song? That song alludes to an experience I had with my sister, exactly three years before my retreat [her Vipassana meditation retreat, check out the interview linked below]. Almost exactly four years ago… I had this really intense psychedelic experience that led to a very dark kind of ego death. Not one that felt peaceful or liberating. Coming out of it, I was really scared. It took me three whole years, plus that meditation experience, to heal from that. It was crazy. My concept of myself was completely shattered. I had a loss of awareness of time, whatever reality we live in, to such an extent that I didn’t feel like I was inside my own body any more. Or my identity. It was the first time I asked myself who or what I was. I had never asked myself that question before. It was a really magnified way of looking at your ego and how much it creates your current reality. And how much it can confine you. And when you actually stray from it, it can be horrifying. Because you don’t have any control. “Saturnine Night” is more breaking with the concept of the self. – Deradoorian, Under The Radar

Μουσικός τσιπουρομέζες #1 _ Cenizas by Nicolas Jaar

Concert poster from Ramallah, Palestine (2017) by Maziyar Pahlevan

Τους δίσκους που κυκλοφόρησαν το 2020 μπορώ (δεν θέλω;) να τους κατατάξω σε 3 κατηγορίες: 1. Σε αυτούς που συνέχισαν ανεπηρέαστοι από την πανδημία να ροκάρουν/χορεύουν/ραπάρουν κοκ και μας ανάγκασαν να χορεύουμε/χτυπιόμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας (και στα διαλείμματα της δουλειάς), 2. Στους πολιτικά φορτισμένουν δίσκους της μαύρης κοινότητας των ΗΠΑ/Βρετανίας κυρίως που ήταν μια κατηγορία από μόνοι τους! και 3. Σε αυτούς τους μουσικούς που επηρρεάστηκαν πολύ ή εξέφρασαν την ανησυχία/απαισιοδοξία/αισιοδοξία/διαμαρτυρία τους για την πανδημία και τα επακόλουθα τους μέσα από την μουσική τους. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία κατατάσσω το Cenizas του αγαπημένου χιλιανοαμερικάνου Nicolas Jaar, που κυκλοφόρησε άλλους δύο δίσκους μέσα στο 2020. Ο Jaar δήλωσε στην πρόσφατη συνέντευξη του στο Bandcamp weekly ότι το 2020 απομονώθηκε μακριά από την Νέα Υόρκη και ότι δεν έγραψε σχεδόν καθόλου μουσική για πρώτη φορά από τα 14 του χρόνια! Παρότι το Cenizas λοιπόν φαίνεται ότι γραφτηκε νωρίτερα, είναι για μένα ένας δίσκος που μου κράτησε συντροφιά σε όλη αυτή την σκοτεινη περίοδο και μοιάζει να φτιάχτηκε με το μυαλό σε αυτές τις δύσκολες καταστάσεις. Αν το συγκρίνουμε με τον δίσκο των Against All Logic που γράφτηκε νωρίτερα και το Telas που κυκλοφόρησε αργότερα, το Cenizas είναι σαφώς το πιο επηρεασμένο από το παρόν του καλλιτέχνη, της ανθρωπότητας, του εαυτού μου. Το εξώφυλλο του μαύρο σαν την διάθεση μας όλους αυτούς τους μήνες, έχει μόνο ένα λευκό, λεπτό περίγραμμα μιας -ίσως λίγο παραμορφωμένης- ανθρώπινης μορφής. Το Agosto, δεύτερο μικρότερο κομμάτι του δίσκου -δυστυχώς, μάλλον παραπέμπει στον χειρότερο Αύγουστο της ζωής μας, είναι τόσο σκοτεινό και τόσο υπέροχο ταυτόχρονα που δεν μου φτάνουν τα 2 λεπτά και 47 δεύτερα του, το βάζω πάντα στο ριπίτ 2-3 φορές να ξανακούσω το παραμορφωμένο κλαρινέτο που παίζει ο Jaar. Το Gocce που ακολουθεί μοιάζει με την φυσική συνέχεια του Αυγούστου με αυτή την παράξενη ηχητικά βροχή από κρουστά και πιάνο (υποθέτω) και θα ήταν το καλύτερο κομμάτι ελλέιψει του Agosto. Το Garden συνοψίζει τον σκοτεινό μινιμαλισμό ολόκληρου του δίσκου σε ένα επαναλαμβανόμενο τέμπο παιγμενο από πιάνο. Ο δίσκος έχει μια συνοχή, μια απλότητα και μια ήσυχη προσοχή στην λεπτομέρεια που σε υποχρεώνει να σταματήσεις ότι κάνεις, να βάλεις ακουστικά και να διεισδύσεις ολοκληρωτικά ανάμεσα στις νότες και στους ήχους που δημιουργεί ο Jaar. Αν η ζωή μας επανέλθει σε κάποιο ποσοστό στα προ-2020 δεδομένα ίσως το Cenizas να ακούγεται λιγότερο εκπληκτικό στα αυτιά μας, ίσως να ακούγεται μόνο σε βροχερές νύχτες που μας θυμίζουν όλα όσα περάσαμε φέτος. Πάντως για μένα αυτή η μουσική είναι το σάουντρακ του 2020, σκοτεινό όχι μόνο λόγω της πανδημίας, αλλά και λόγω του εγκλεισμού, της ψυχικής υγείας, της κακοποίησης των αδυνάτων, του περιορισμού της ελευθερίας και του λόγου.

3. En las cenizas  Vamos a armar  No saber nada  Es mejor Ya no cabe nada  Pero estamos juntos  Sin noticias  Del otro mundo  Y cada día Nuestro mundo Se achica  O se derrumba  Y lo único que  Me han dicho sobre el tema Es que es el sentido común de una flecha Y lo único que  Me han dicho  Es que es el sentido común de una flecha  Y porque no responde El sentido común  No puedo utilizar su lenguaje  Su lenguaje 

(TRANSLATION)= = In the ashes, we will form knowing nothing now is better there’s no space for anything but we are together without news of another world and everyday, our world, shrinks or crumbles. and the only thing they have said about any of this: is that it’s ‘the common sense of an arrow’. the only thing they have said about any of this: is that it’s ‘the common sense of an arrow’. but why doesn’t common sense respond? I can no longer use its language.

Μη Αντιστρεπτός Εναγκαλισμός

Ο δίσκος που μου έμαθε την International Anthem και με έσπρωξε να κάνω αυτό εδώ το αφιέρωμα στο #ΆγιοΤσιπουρακι ήταν ο πρώτος και ομώνυμος των Irreversible Entanglements που κυκλοφόρησε το 2017. Τον άκουσα πρώτη φορά στην εκπομπή του Giles Peterson στο BBC radio 6music1 (κάθε Σάββατο στις 5μμ ώρα Ελλάδας) από όπου παίρνω περίπου το ένα τρίτο των μουσικών που ακούω -από σύγχρονη τζαζ μέχρι idm και calypso. Κανονικά ο συνδυασμός free jazz και (political) spoken word θα μου έκανε τρομερή εντύπωση -θετική φυσικά. Αλλά ο αγαπημένος μου τζαζίστας – και ο μοναδικός θρύλος της τζαζ που έχω δει ζωντανά – είναι ο Archie Shepp, και όλοι ξέρουμε τι έχει κάνει με την free jazz (ως μαθητής του Coltrane) και την απαγγελία στρατευμένων λόγων. Τι; Δεν ξέρουμε όλοι; Ας πω μόνο ότι το 2020 ο Shepp κυκλοφόρησε δίσκο μαζί με τον ράπερ Raw Poetic και τον producer Damu the Fudgemunk, το Ocean Bridges2, στον οποίο εκτός από το γνωστό μείγμα τζαζ και χιπ χοπ, υπάρχουν και μερικά κομμάτια που ονομάζονται Professor Shepp’s Agenda και ενώ η μπάντα παίζει ο κύριος Shepp μιλάει. Θα μου πουν τώρα οι γνωστοί μου ότι “πάλι τα κατάφερες και μιλάς για τον Archie Shepp” και θα έχουν και δίκιο. Παρότι οι Irreversible Entanglement χρωστάνε πολλά στον θρύλο της free jazz και ακούραστο ακτιβιστή της μαύρης κοινότητας, ο ήχος τους και ο τρόπος που παίζουν και απαγγέλουν είναι διαφορετικός, ίσως, να πω την βλακεία μου, πιο σύγχρονος.

Οι μουσικοί που απαρτίζουν τους Irreversible Entanglement δεν είναι τίποτα φτασμένοι τζαζίστες όπως μερικοί μουσικοί που ηχογραφούν στην International Anthem (Jeff Taylor, Rob Mazurek etc) όμως τα βιογραφικά τους είναι γεμάτα σπουδές και κυρίως συνεργασίες σε αρκετούς δίσκους των 2010s. Ο μπασίστας Luke Stewart3 μάλιστα έχει παίξει ακουστικό και ηλεκτρικό μπάσο στο Ocean Bridges, δίπλα στον Shepp! Ο ντράμερ Tcheser Holmes και ο τρομπετίστας Aquiles Navarro4, και οι δύο με ρίζες από τον Παναμά, συναντήθηκαν κατά την διάρκεια των σπουδών τους στην Βοστώνη το 2008 και από τότε ξεκίνησαν να παίζουν μαζί ένα μείγμα free jazz με λάτιν τζαζ επιρροές και ηλεκτρονική μουσική. Μέσα στο 2020 κυκλοφόρησαν και το πρώτο τους δίσκο (Heritage of the Invisible II5) στην International Anthem! Επόμενος, ο σαξοφωνίστας, συνθέτης και συγγραφέας Keir Neuringer. Οι ιδιότητες του τα λένε όλα. Η δισκογραφία του ξεκινάει το 2010 με το Unison δίπλα στον πολωνό τσελίστα/μπασίστα Rafał Mazur αλλά η εργογραφία του επεκτείνεται στο 1995, με διάφορες κλασικές συνθέσεις και μουσική για installation6. Τέλος, έχουμε την Camae Ayewa ή αλλιώς Moor Mother7, την ιέρεια που ένωσε τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες των παραπάνω μουσικών και δίνει στην μπάντα το σπαρκ που λέμε και εδώ στην Καρδίτσα, τον πολιτικό λόγο / ποίηση. Αν γράψω για την Camae θα την υποτιμήσω τουλάχιστον. Την χαρακτήρισα ιέρεια γιατί οι ιδιότητες της ως καλλιτέχνιδας είναι πολλές και σε όλες σχεδόν είναι κορυφαία. Θα πω μόνο ότι ίδρυσε την καλλιτεχνική κολεκτίβα Black Quantum Futurism (BQF) με τον Rasheedah Phillips, κατά την οποία η κβαντομηχανική αντίληψη του χωροχρόνου, της αιτιότητας και των αλληλεπιδράσεων είναι πιο κοντά στις αφροκεντρικές αντιλήψεις των ίδιων φαινομένων παρά με τις δυτικές, και μεθοδολογίες που φέρνουν κοντά τις δύο πρώτες μπορούν να συγκρουστούν με τις ευρωκεντρικές και αποικιακές αντιλήψεις της πραγματικότητας!

Η κβαντική διεμπλοκή (σύζευξη/εναγκαλισμός) είναι το φαινόμενο, κατά το οποίο δύο σωματίδια ή ομάδες σωματιδίων που δημιουργούνται μαζί ή αλληλεπιδρούν συνενώνοντας τις κυματοσυναρτήσεις τους και μένουν σε κατάσταση διεμπλοκής μεταξύ τους, ασχέτως του χώρου που μεσολαβεί πλέον από το ένα στο άλλο. Αν σταλεί το ένα από τα δύο στο άλλο άκρο του σύμπαντος και συμβεί κάτι σε οποιοδήποτε από τα δύο, το άλλο αντιδρά ακαριαία. Έτσι, δίνω την δική μου εξήγηση στην ονομασία της μπάντας που σημαίνει χοντρικά Μη Αντιστρεπτή Σύζευξη (διεμπλοκή ή εναγκαλισμός -ότι σας ακούγεται καλύτερο)! Νομίζω ότι η κβαντική αντίληψη εξηγεί κατά πολύ και την μουσική που παράγουν οι Irreversible Entanglements σε συμφωνία με τις αντιλήψεις της Moor Mother και της BQF. Όμως, η free jazz υπάρχει ήδη από τότε που ο Ornette Coleman πρωτόπαιξε το πλαστικό του σαξόφωνο ή ο Κολτρέιν κυκλοφόρησε το Ascension, τι μαλακίες μας λες;! Δύσκολα πράγματα ακόμα και για τους ειδικούς πόσο μάλλον για εμένα τον ερασιτέχνη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ήδη από τις αρχές της μουσικής τζαζ στην Νέα Ορλεάνη, η αντίληψη ότι η τέχνη είναι μόνο …τέχνη έχει σταματήσει με βιάιο τρόπο. Κάθε επανάσταση στην τζαζ της Αμερικής δεν έγινε για να παίξουμε κάτι διαφορετικό ή πιο ωραίο αλλά για βαθύτερα κοινωνικά αίτια. Η τζαζ γεννήθηκε από την νοσταλγία των αφρικανών δούλων για τα τύμπανα και τους ρυθμούς της Δυτικής Αφρικής, ο Μπερντ και ο Ντιζ δεν ξεκίνησαν να παίζουν be bop για να κάνουν φιγούρα αλλά γιατί δεν ήθελαν να παίζουν μουσικοί για τους λευκούς αφέντες, το hard bop γεννήθηκε στην ταραχώδη δεκαετία του 1960 από την ανάγκη των μουσικών να απομακρυνθούν από την δυτικοποίηση της κουλ τζαζ και την επαναφορά της “μαυρίλας” στην μουσική ενώ τέλος η free jazz χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο διαμαρτυρίας τόσο στα πλαίσια της τέχνης (τσατίζοντας τον Μάιλς!) όσο και στην κοινωνία.

Οι Irreversible Entanglements είναι ένα όχημα μουσικό και πολιτικό, οι μουσικοί που απαρτίζουν την μπάντα δημιουργούν ήχους σχεδόν πρωτόγνωρους, όμως είναι αυτός ο μη αντιστρεπτός εναγκαλισμός με την πολιτική (όσο δεν πάει!) ποίηση της Moor Mother που κάνει το όλο εγχείρημα αδιανόητα υπέροχο στα αυτιά μου! Ο δίσκος όχι μόνο έχει συνθέσεις και δεν είναι αυτοσχεδιασμός, όχι μόνο αυτά που παίζουν οι μουσικοί και απαγγέλει η ποιήτρια δεν είναι τυχαία αλλά βάζει υποψηφιότητα για καλύτερος δίσκος της χρονιάς παρότι “δεν ακούγεται” από την πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτό που κάνουν οι Irreversible Entanglements μοιάζει να να έχει το ένα του πόδι στις free jazz ονειρώξεις του Archie Shepp της δεκαετίας του 1970 αλλά με το άλλο πόδι πατάει γερά στο μέλλον. Άσχετα αν μπορεί η κολεκτίβα της Moor Mother να καταφέρει τον στόχο της να συνδέσει την πραγματικότητα με την αφροκεντρική αντίληψη και την κβαντομηχανική, το Who sent you? θα το ακούμε στο μέλλον, όχι σαν jazz standard, αλλά σαν δισκάρα που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την εποχή που βγήκε. Καλή ακρόαση.